WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| number among [sth] vi + prep | (be one of) | συγκαταλέγομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| | This school numbers among the top ten schools in the nation. |
| | Αυτό το σχολείο συγκαταλέγεται στα δέκα κορυφαία σχολεία της χώρας. |
| number [sb/sth] among [sth] vtr + prep | (include in) (κάποιον/κάτι σε κάτι) | συμπεριλαμβάνω σε, συγκαταλέγω σε ρ μ + πρόθ |
| | (εγώ ο ίδιος σε κάτι) | συμπεριλαμβάνομαι σε, συγκαταλέγομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| | Some people believe that Mother Theresa should be numbered among the saints. |
| | Ορισμένοι πιστεύουν ότι η θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τη Μητέρα Τερέζα στους αγίους. |
| | Ορισμένοι πιστεύουν ότι η Μητέρα Τερέζα θα πρέπει να συμπεριληφθεί στους αγίους. |